Μετάβαση στο περιεχόμενο

τουγκστένιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τουγκστένιο τα τουγκστένια
      γενική του τουγκστενίου
& τουγκστένιου
των τουγκστενίων
    αιτιατική το τουγκστένιο τα τουγκστένια
     κλητική τουγκστένιο τουγκστένια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τουγκστένιο < (άμεσο δάνειο) αγγλική tungsten

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τουγκστένιο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]