τουλούμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τουλούμπα τουλούμπες
γενική τουλούμπας
αιτιατική τουλούμπα τουλούμπες
κλητική τουλούμπα τουλούμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουλούμπα < οθωμανική τουρκική tulumba < ιταλική tromba (αντλία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τουλούμπα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) η τρόμπα νερού
  2. (ειδικότερα) η πυροσβεστική αντλία
  3. (παρωχημένο) η κανάβινη φορητή δεξαμενή ύδατος, που χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες
    συνώνυμα: τουλούμι
  4. (γαστρονομία) κυλινδρικό γλυκό τηγανιού με σιρόπι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]