Μετάβαση στο περιεχόμενο

τουρκέψει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τουρκέψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τουρκεύω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουρκεύω
  3. θα τουρκέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τουρκεύω