τουρκολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τουρκολόγος τουρκολόγοι
γενική τουρκολόγου τουρκολόγων
αιτιατική τουρκολόγο τουρκολόγους
κλητική τουρκολόγε τουρκολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουρκολόγος < γερμανική Turkologe < μεσαιωνική λατινική Turcus < τουρκική Türk < παλαιοτουρκικά 𐰜𐰼𐰇𐱅‎ (türük) < *𐰃𐰼𐰇𐱅‎ (türi: ρίζα, καταγωγή, ράτσα) < πρωτοτουρκική *türi- (καταγωγή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τουρκολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]