τουρλίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τουρλίδα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τουρλίδα θηλυκό
- (πτηνό) είδος πουλιού
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τουρλίδα
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- τουρλίδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)