τουφέκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τουφέκι τουφέκια
γενική τουφεκιού τουφεκιών
αιτιατική τουφέκι τουφέκια
κλητική τουφέκι τουφέκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τουφέκι < τουρκική tüfek < περσική تفنگ (tufak)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τουφέκι ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]