τουφεκίστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τουφεκίστρα οι τουφεκίστρες
      γενική της τουφεκίστρας
    αιτιατική την τουφεκίστρα τις τουφεκίστρες
     κλητική τουφεκίστρα τουφεκίστρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουφεκίστρα < τουφέκ(ι) + -ίστρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τουφεκίστρα θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]