Μετάβαση στο περιεχόμενο

του θανατά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
του θανατά < είτε γενική ενικού υποθετικού τύπου *θανατάς, επιτατικού του θάνατος[1] (< θάνατ(ος) + -άς (δηλαδή ο Χάρος, αυτός που ασχολείται με το θάνατο)[2] ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική - *τοῦ θανατᾶν (του πεθαμού) < αρχαία ελληνική έναρθρο απαρέμφατο του θανατῶ (θανατόω) [1]
 δείτε τις λέξεις του, θανατά και θανατᾶν

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tu‿θanaˈta/

Έκφραση

[επεξεργασία]

του θανατά αρσενικό

  • (οικείο)
    1. (κυριολεκτικά, μεταφορικά) (είμαι) άρρωστος ή σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, είτε ετοιμοθάνατος είτε σε κακά χάλια
        19ος/20ός αιώνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Η τιμή του αδελφού, Τόμος 2, (αρχική έκδοση: 1920), εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ιωάννης Δ. Κολλάρος @google.gr/books, @anemi.lib.uoc.gr.
      Γιατί αὐτὸ περίμενε νἀκούσῃ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ· ἢ πὼς ὁ Νίκος σκοτώθηκε μόνος του, ἢ πὼς χτίκιασε ἀπʼ τὸ κακὸ του κιʼ ἔπεσε τοῦ θανατᾶ. Ἦταν ὅμως ἀποφασισμένη, μόλις ἄκουγε κανένα τέτοιο, νὰ κοπανίσῃ γυαλιὰ καὶ νὰ τὰ πιῇ. Αὐτὸ εἶχε κάμει κιʼ ἕνα ἄλλο κορίτσι στὴ γειτονιά της, ὅταν σκοτώθηκε σʼ ἕναν καυγᾶ ὁ νέος ποὺ ἀγαποῦσε ...
        21ος αιώνας, Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, (αρχική έκδοση: 2002), εκδόσεις: Καστανιώτη, ISBN: 9789600332933 @google.gr/books.
      Αυτός αρρώσταινε κάθε φορά βαριά κι ήταν του θανατά. Μερόνυχτα κάθονταν στις κλινικές και στα νοσοκομεία κι οι γιατροί δεν τους έλεγαν τίποτα.
        Λυπηρό που πολλοί άξιοι δημιουργοί δεν είναι ευπώλητοι, ακόμη πιο λυπηρό που κάμποσοι φελλοί επιπλέουν ανέγγιχτοι, αλλά δεν είναι τωρινό το φαινόμενο, μήτε είναι του θανατά.
      Βίκτωρας Τσιλώνης, Στα Σύνορα της Χαρτογραφημένης Αρθρογραφίας, Συνέντευξη με τον Πάνο Θεοδωρίδη, intellectum, Τεύχος 04, Μάιος 2008 @d1wqtxts1xzle7.cloudfront.net.
      παράδειγμα  Τον παράτησε, κι αυτός έπεσε του θανατά, ήταν να τον κλαις.
       συνώνυμα: του πεθαμού
    2. (επιτατικό, κυριολεκτικά, μεταφορικά) πάρα πολύ [3]
        Του θανατά σ’ αγάπησα
      μορτάκι, μορτάκι του πελάγου,
      που ’χεις αγγέλου πρόσωπο,
      τα μάτια ενός μάγου,
      Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Του θανατά σ’ αγάπησα, (2006) Πίτσα Παπαδοπούλου, στίχοι και σύνθεση: Μάκης Ερημίτης.
      παράδειγμα  Βαριέμαι του θανατά.
      παράδειγμα  Είμαι τρομαγμένος του θανατά.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 θάνατος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. θανατάς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. θανατάς - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)