τούμπανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τούμπανο τούμπανα
γενική τούμπανου τούμπανων
αιτιατική τούμπανο τούμπανα
κλητική τούμπανο τούμπανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τούμπανο < τύμπανο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τούμπανο ουδέτερο

  1. το νταούλι
  2. (μεταφορικά) υπερβολικά πρησμένος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο κόσμος τό 'χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι: για κάτι που το θεωρεί ο συνομιλητής μας μυστικό ενώ το γνωρίζουν πάρα πολλοί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]