τοῦρτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τούρτα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τοῦρτα τούρτα τοῦρται
Γενική τούρτης τούρταιν τουρτῶν
Δοτική τούρτ τούρταιν τούρταις
Αιτιατική τοῦρταν τούρτα τούρτας
Κλητική τοῦρτα τούρτα τοῦρται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τοῦρτα < λατινική torta (panis), θηλυκό του tortus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος torqueo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *terkʷ (στρέφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τοῦρτα θηλυκό

  • (ελληνιστική κοινή) (γαστρονομία) είδος ψωμιού που ψήθηκε στη χόβολη
    ἄρτον ἐγκρυφίαν: παρ' Ἀττικοῖς οὕτως ὀνομάζεται ὁ συντιθέμενος ἔκ τε φοινίκων λιπαρῶν καὶ ἀλεύρου καὶ ὕδατος. εἰκὸς δὲ λέγειν τὸν ἐν θερμοσποδιᾷ ἐγκρυβέντα ὀπτηθῆναι, ὃν <Ῥωμαῖοι> τοῦρταν καλοῦσι. ( Ερωτιανός, Τῶν παρ' Ἰπποκράτει λέξεων συναγωγή, 56.1-56.5)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]