Μετάβαση στο περιεχόμενο

τράβηγμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τράβηγμα τα τραβήγματα
      γενική του τραβήγματος των τραβηγμάτων
    αιτιατική το τράβηγμα τα τραβήγματα
     κλητική τράβηγμα τραβήγματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τράβηγμα < αόριστο θέμα τράβηκ- (όπως τράβηξα τράβηκ-σα) του τραβώ + -μα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾa.viɣ.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τράβηγμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τράβηγμα ουδέτερο

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]