Μετάβαση στο περιεχόμενο

τράφηξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τράφηξ οἱ τράφηκες
      γενική τοῦ τράφηκος τῶν τραφήκων
      δοτική τῷ τράφηκ τοῖς τράφηξ(ν)
    αιτιατική τὸν τράφηκ τοὺς τράφηκᾰς
     κλητική ! τράφηξ τράφηκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τράφηκε
γεν-δοτ τοῖν  τραφήκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τράφηξ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τράφηξ αρσενικό (και τράπηξ)

  1. δοκός
  2. (αρχιτεκτονική) επιστύλια δοκός που στηριζόταν στα κιονόκρανα των κιόνων
  3. σανίδα
  4. κομμάτι ξύλου
  5. χάραξ
  6. παλούκι
  7. δόρυ
  8. πινακωτή
  •     5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Τ
    <τράφηξ>· χάραξ. σκόλοψ. ἔνιοι δὲ τὸ δόρυ. ἄλλοι τὸ τῆς νεὼς χεῖλος
  •   ΕΜ.764.35 - Μέγα Ετυμολογικόν (Etymologicum Μagnum) (1816) Λειψία: Lipsiae Apud J.A.G. Weigel. @archive.org
    Τράφηξ, τράφηκος, παρὰ Λυκόφρονι ἡ ὑπότλακος βάσις. λέγεται δὲ καὶ τὸ τῆς νεὼς χεῖλος, ἐφ’οὗ οἱ σκαλμοὶ τίθενται· νῦν δὲ τὸ ξύλον ἔνθα τιθέασι τὸν ἄρτον.