τρέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρέπω < αρχαία ελληνική τρέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *trep- (γυρίζω, στρέφω). Δείτε και *terkʷ-
Θέματα:ισχυρό θέμα τρεπ- και κατά μετάπτωση τραπ- (όπως ευτράπελος), καθ' ετεροίωση τροπ- (όπως τροπή)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɾe.po/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρέ‐πω

Ρήμα[επεξεργασία]

τρέπω

  1. (μεταβατικό) στρέφω, γυρίζω προς, διευθύνω προς
  2. (μεταβατικό) μετατρέπω, αλλάζω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τρέπω κάποιον σε φυγή: αναγκάζω έναν αντίπαλο να υποχωρήσει τρέχοντας, κατανικώ

Σύνθετα[επεξεργασία]

τρεπ- & δείτε τα συγγενικά τους

τροπ-

τραπ-

διαφορετικού ετύμου

Κλίση[επεξεργασία]

  • λόγιες μετοχές (αρχαία ελληνικά) - παθητική φωνή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρέπω < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *trep- (γυρίζω, στρέφω) Δείτε και *terkʷ-
Θέματα: ισχυρό θέμα τρεπ- και κατά μετάπτωση τραπ- (όπως εὐτράπελος), καθ' ετεροίωση τροπ- (όπως τρόπος)[1] • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ρήμα[επεξεργασία]

τρέπω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

τρεπ-

  • ...

τροπ-

τραπ-

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.