τρέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρέπω < αρχαία ελληνική τρέπω. Ισχυρό θέμα τρεπ- και κατά μετάπτωση τρα- πρβ ευτράπελος, καθ΄ ετεροίωση τροπ- πρβ τροπή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɾɛ.pɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τρέπω

  1. (μεταβατικό) στρέφω, γυρίζω προς, διευθύνω προς
  2. (μεταβατικό) μετατρέπω, αλλάζω

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τρέπω κάποιον σε φυγή: αναγκάζω έναν αντίπαλο να υποχωρήσει τρέχοντας, κατανικώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • στην παθητική φωνή, δόκιμη αν και σε σπάνια χρήση, η μετοχή τραπείς-τραπείσα-τραπέν χωρίς αντίστοιχη στη νεά ελληνική, όπου γίνεται χρήση περίφρασης (εκείνος που είχε τραπεί, που ετράπη, που τράπηκε) ή της τρεπόμενος. Η αντίστοιχη άλλων ρημάτων στον παθητικό παρακείμενο (αγαπημένος, τηρημένος, δεμένος) δεν είναι πλέον σε χρήση ούτε στα σύνθετα του τρέπω -παρά μόνον στο επιτετραμμένος του επιτρέπομαι.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]