τρέφομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρέφομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρέφω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τρέφομαι, πρτ.: τρεφόμουν, στ.μέλλ.: θα τραφώ, αόρ.: τράφηκα, μτχ.π.π.: θρεμμένος

  1. λαμβάνω τροφή, τρώω
    το παιδί αυτό δεν τρέφεται σωστά
  2. τρέφομαι με: λαμβάνω μια συγκεκριμένου είδους τροφή
    το πρόβατο τρέφεται με χόρτα

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]