τρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρίζω <αρχαία ελληνική τρίζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɾi.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

τρίζω

  1. βγάζω λεπτό, ξερό και τρεμουλιαστό ήχο
    το παλιό ξύλινο πάτωμα έτριζε κάθε φορά που κάποιος περπατούσε πάνω του
  2. (μεταφορικά) για κάτι που βρίσκεται σε κρίση ή κλονίζεται
    τρίζουν τα θεμέλια της οικονομίας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]