Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρίκυκλον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρίκυκλον, -ου ουδέτερο