τρίμερα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | τρίμερα | ||
| γενική | των | τρίμερων | ||
| αιτιατική | τα | τρίμερα | ||
| κλητική | τρίμερα | |||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρίμερα < τριήμερα < ελληνιστική κοινή τριήμερος < αρχαία ελληνική τρι- + ἡμέρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρίμερα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (λαϊκότροπο) άλλη μορφή του τριήμερα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τρίμερα
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)