τρίτων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρίτων < αρχαία ελληνική Τρίτων[1] (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική triton[1] ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική Triton[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρίτων αρσενικό
- (ζωολογία, αστρονομία) άλλη μορφή του τρίτωνας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τρίτων
|
Αναφορές
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]τρίτων ουδέτερο
- γενική πληθυντικού του τρίτο
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ζωολογία (νέα ελληνικά)
- Αστρονομία (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)