τρίφυλλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtɾi.fi.lo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρί‐φυλ‐λο
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- τρίφυλλο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρίφυλλος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τρίφυλλο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]τρίφυλλο