τραβηγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τραβηγμένος τραβηγμένη τραβηγμένο
γενική τραβηγμένου τραβηγμένης τραβηγμένου
αιτιατική τραβηγμένο τραβηγμένη τραβηγμένο
κλητική τραβηγμένε τραβηγμένη τραβηγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τραβηγμένοι τραβηγμένες τραβηγμένα
γενική τραβηγμένων τραβηγμένων τραβηγμένων
αιτιατική τραβηγμένους τραβηγμένες τραβηγμένα
κλητική τραβηγμένοι τραβηγμένες τραβηγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραβηγμένος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τραβηγμένος, -η, -ο

  1. που έχει τραβηχτεί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]