τραβώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραβώ < μεσαιωνική ελληνική τραβώ < τραβίζω < ταυρίζω < ταύρος < αρχαία ελληνική ταῦρος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *táwros

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾa.ˈvɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τραβώ , παρατ.: τραβούσα, στιγμ. μέλλ.: θα τραβήξω, αόρ.: τράβηξα , παθ.φωνή: τραβιέμαι , μτχ.π.π.: τραβηγμένος

  1. (μεταβατικό) προσπαθώ να μετακινήσω κάτι προς το μέρος μου ασκώντας δύναμη είτε εξ επαφής είτε μέσω ενός σχοινιού, αλυσίδας κ.λπ
    τράβηξαν τη βάρκα έξω στη στεριά
    τον τραβούσε από το χέρι μέσα στη μέση του δρόμου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έλκω, σύρω / σέρνω
  2. (μεταβατικό) υποφέρω, πηγαίνω
    έχω τραβήξει των παθών μου τον τάραχο μ' αυτό το παιδί
    άντε, τράβα τώρα... (άντε, πήγαινε τώρα...)
  3. (μεταβατικό) (αναφερόμενο σε υγρά) απορροφώ
    1. (συνεκδοχικά) (αμετάβατο) (για υγρά) μειώνεται η υγρασία μου, αυξάνεται η πυκνότητά μου, στεγνώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • του τραβάω ένα ξύλο, του τραβάω ένα γερό χέρι ξύλοβλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
  • τι τραβώ, ο έρμος...
  • τραβάω το μαλλί (κάποιου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]