Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραγέλαφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τραγέλαφος οι τραγέλαφοι
      γενική του τραγέλαφου των τραγέλαφων
    αιτιατική τον τραγέλαφο τους τραγέλαφους
     κλητική τραγέλαφε τραγέλαφοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραγέλαφος < αρχαία ελληνική τραγέλαφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τραγέλαφος αρσενικό

  1. μυθικό ζώο
  2. κάτι που είναι αφύσικο αλλά και γελοίο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραγέλαφος < τράγος + ἔλαφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
τραγέλαφος αρσενικό
  1. μυθικό ζώο
  2. (μεταφορικά) ανύπαρκτο ζώο, άνθρωπος ή αντικείμενο
      4ος κε αιώνας Γρηγόριος Νύσσης, Epistulae, 20,11, @catholiclibrary.org
    ὥσπερ γὰρ οἱ τοὺς τραγελάφους καὶ ἱπποκενταύρους καὶ τὰ τοιαῦτα μιγνύντες ἐκ διαφόρων καὶ τὴν φύσιν παρασοφιζόμενοι γράφουσιν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς ὀπώρας ταύτης τὸ μὲν πρὸς ἀμυγδαλῆν, τὸ δὲ πρὸς κάρυον, ἕτερον δὲ πρὸς τὸ δωράκινον κατά τε τὸ ὄνομα καὶ τὴν γεῦσιν μεμιγμένον τυραννηθεῖσα παρὰ τῆς τέχνης ἡ φύσις ἐποίησε·