Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραγουδήσω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τραγουδήσω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ
  2. θα τραγουδήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τραγουδώ