τραγουδιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τραγουδιστής αρσενικό (θηλυκό: τραγουδίστρια)

  • πρόσωπο που τραγουδά, ιδιαίτερα επαγγελματικά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τραγουδιστής