Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραγουδοποιός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η τραγουδοποιός οι τραγουδοποιοί
      γενική του/της τραγουδοποιού των τραγουδοποιών
    αιτιατική τον/την τραγουδοποιό τους/τις τραγουδοποιούς
     κλητική τραγουδοποιέ τραγουδοποιοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραγουδοποιός < τραγούδ(ι) + -ο- + -ποιός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τραγουδοποιός αρσενικό ή θηλυκό

  • (επάγγελμα) που συνθέτει τραγούδια και συχνά τα τραγουδάει ο ίδιος
      Όλοι όσοι μεγάλωσαν με τα τραγούδια του, αλλά και όσοι τον γνώρισαν από τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση και τον δημόσιο λόγο του, αποχαιρετούν τον σπουδαίο τραγουδοποιό με ευγνωμοσύνη και σεβασμό. (Πανελλήνια συγκίνηση για το θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου – Βαθιά υπόκλιση στον σπουδαιότερο τραγουδοποιό της γενιάς του, ertnews.gr, 22/10/25 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]