Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραγούδησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τραγούδησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραγουδώ