Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά (el)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά (el)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Μετοχή
1.2.1
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
τρακαρισμένος
2 γλώσσες
English
Malagasy
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά (el)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
τρακαρισμέν
ος
η
τρακαρισμέν
η
το
τρακαρισμέν
ο
γενική
του
τρακαρισμέν
ου
της
τρακαρισμέν
ης
του
τρακαρισμέν
ου
αιτιατική
τον
τρακαρισμέν
ο
την
τρακαρισμέν
η
το
τρακαρισμέν
ο
κλητική
τρακαρισμέν
ε
τρακαρισμέν
η
τρακαρισμέν
ο
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
τρακαρισμέν
οι
οι
τρακαρισμέν
ες
τα
τρακαρισμέν
α
γενική
των
τρακαρισμέν
ων
των
τρακαρισμέν
ων
των
τρακαρισμέν
ων
αιτιατική
τους
τρακαρισμέν
ους
τις
τρακαρισμέν
ες
τα
τρακαρισμέν
α
κλητική
τρακαρισμέν
οι
τρακαρισμέν
ες
τρακαρισμέν
α
Κατηγορία
όπως «
αγαπημένος
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
τρακαρισμένος
<
μετοχή
παθητικού
παρακειμένου
τρακάρω
και
τρακέρνω
τρακαρισμένος
<
τρακ
Μετοχή
[
επεξεργασία
]
τρακαρισμένος
, -η, -ο
που έχει υποστεί
τράκα
, (
→
δείτε
τη
λέξη
τρακάρω
)
που έχει
τρακ
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
τρακαρισμένος
γαλλικά
:
choqué
(fr)
Κατηγορίες
:
Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Μετοχές (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
τρακαρισμένος
2 γλώσσες
Προσθήκη θέματος