Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραμπικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τραμπικός η τραμπική το τραμπικό
      γενική του τραμπικού της τραμπικής του τραμπικού
    αιτιατική τον τραμπικό την τραμπική το τραμπικό
     κλητική τραμπικέ τραμπική τραμπικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τραμπικοί οι τραμπικές τα τραμπικά
      γενική των τραμπικών των τραμπικών των τραμπικών
    αιτιατική τους τραμπικούς τις τραμπικές τα τραμπικά
     κλητική τραμπικοί τραμπικές τραμπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραμπικός < Ντόναλντ Τραμπ + -ικός < αγγλική Trump < μέση αγγλική trumpe < παλαιά γαλλική trompe < φραγκική *trumpa / *trumba

Επίθετο

[επεξεργασία]

τραμπικός, -ή, -ό

  • (νεολογισμός) που έχει σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρεται σʼ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
      Αυτές οι έξι φράσεις συνθέτουν από μόνες τους ένα συνεκτικό αφήγημα —το αφήγημα του τραμπικού λαϊκισμού. Ξεκινά με την υπόσχεση αποκατάστασης ενός χαμένου μεγαλείου, προχωράει στην απαξίωση των θεσμών, στιγματίζει τους αντιπάλους ως εχθρούς και καταλήγει στην απαίτηση για τυφλή πίστη σε έναν αυτόκλητο σωτήρα, πιθανώς μέλλοντα δικτάτορα. (www.kathimerini.gr, 10.11.2024)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]