Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραμπισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τραμπισμός οι τραμπισμοί
      γενική του τραμπισμού των τραμπισμών
    αιτιατική τον τραμπισμό τους τραμπισμούς
     κλητική τραμπισμέ τραμπισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραμπισμός < αγγλική Trumpism < Ντόναλντ Τραμπ + -ισμός < αγγλική Trump < μέση αγγλική trumpe < παλαιά γαλλική trompe < φραγκική *trumpa / *trumba

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τραμπισμός αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]