τραμπουκάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τραμπουκάρω < ιταλική traboccare < παλαιά οξιτανική trabucar < φραγκική *būk
Ρήμα
[επεξεργασία]τραμπουκάρω
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]τραμπουκάρω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τραμπουκάρω
|
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά οξιτανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα φραγκικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άρω (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ισπανικά (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)