Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραμπουκάρω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τραμπουκίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραμπουκάρω < ιταλική traboccare < παλαιά οξιτανική trabucar < φραγκική *būk

τραμπουκάρω

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραμπουκάρω < τραμπούκο + -άρω < ισπανική trabuco (πούρο)

τραμπουκάρω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]