τραμπούκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τραμπούκος οι τραμπούκοι
      γενική του τραμπούκου των τραμπούκων
    αιτιατική τον τραμπούκο τους τραμπούκους
     κλητική τραμπούκο
(τραμπούκε)
τραμπούκοι
όπως «υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραμπούκος < ισπανική trabuco < λατινική trabuco (τρεμπουσέ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τραμπούκος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]