Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραπέζωσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τραπέζωσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραπεζώνω