Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραπεζοασφάλεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τραπεζοασφάλεια οι τραπεζοασφάλειες
      γενική της τραπεζοασφάλειας των τραπεζοασφαλειών
    αιτιατική την τραπεζοασφάλεια τις τραπεζοασφάλειες
     κλητική τραπεζοασφάλεια τραπεζοασφάλειες
Συνήθως στον πληθυντικό.
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραπεζοασφάλεια (νεολογισμός) < ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική bancassurance). Μορφολογικά αναλύεται σε τράπεζ(α) + -ο- + ασφάλεια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τραπεζοασφάλεια θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]