τραπεζόεδρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τραπεζόεδρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική trapezohedron < αρχαία ελληνική τραπέζιον + ἕδρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τραπεζόεδρο ουδέτερο
Συγγενικά
[επεξεργασία]- τραπεζόεδρος
- → δείτε τις λέξεις τραπέζι και έδρα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Trapezohedron στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τραπεζόεδρο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)