Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραπουλόχαρτο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τραπουλόχαρτο τα τραπουλόχαρτα
      γενική του τραπουλόχαρτου των τραπουλόχαρτων
    αιτιατική το τραπουλόχαρτο τα τραπουλόχαρτα
     κλητική τραπουλόχαρτο τραπουλόχαρτα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
14 τραπουλόχαρτα. Όλες οι κούπες και η ντάμα πίκα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τραπουλόχαρτο < τράπουλ(α) + -ό- + χαρτ(ί) + -ο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾa.puˈlo.xaɾ.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τραπουλόχαρτο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τραπουλόχαρτο ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης: