τραστ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραστ < (άμεσο δάνειο) αγγλική trust < παλαιά νορβηγική traust < πρωτογερμανική *traustą < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *drowzdo (δυναμώνω, ισχυροποιώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τραστ ουδέτερο άκλιτο

  1. (οικονομία) μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός
     συνώνυμα: κοινοπραξία, κονσόρτσιουμ
  2. (κατ’ επέκταση) (οικονομία) οποιαδήποτε πολύ μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση
  3. (οικονομία) (νομική) εταιρεία που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία κάποιων (αποθανόντων, ανηλίκων κ.ά.) και να τους εκπροσωπεί νομικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]