Μετάβαση στο περιεχόμενο

τραυμάτισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τραυμάτισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τραυματίζω