τραυματίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η τραυματίας οι τραυματίες
      γενική του/της τραυματία των τραυματιών
    αιτιατική τον/την τραυματία τους/τις τραυματίες
     κλητική τραυματία τραυματίες
Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας.
Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραυματίας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραυματίας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τραυματίας αρσενικό ή θηλυκό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τραυματίᾱς οἱ τραυματίαι
      γενική τοῦ τραυματίου τῶν τραυματιῶν
      δοτική τῷ τραυματί τοῖς τραυματίαις
    αιτιατική τὸν τραυματίᾱν τοὺς τραυματίᾱς
     κλητική ! τραυματί τραυματίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τραυματί
γεν-δοτ τοῖν  τραυματίαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'νεανίας', Κατηγορία όπως «νεανίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ζητούμενο λήμμα

Πηγές[επεξεργασία]