Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρελάνει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τρελάνει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τρελαίνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνω
  3. θα τρελάνει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρελαίνω