τρελαίνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρελαίνομαι < παθητική φωνή του ρήματος τρελαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τρελαίνομαι

  1. γίνομαι τρελός, χάνω προσωρινά ή μόνιμα την ικανότητα να σκέφτομαι λογικά, παθαίνω ψυχολογική διαταραχή
  2. έχω πολύ ή υπερβολικό ενθουσιασμό για κάτι, μου αρέσει πολύ
  3. θυμώνω πολύ με κάτι

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]