Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρελαθείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τρελαθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρελαίνομαι
  2. θα τρελαθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τρελαίνομαι