Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρεῖς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τρεις, τρις, τρίς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρεῖς < πρωτοελληνική *tréyes < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tréyes.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾêːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρεῖς

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

τρεῖς, τριῶν

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική               
      γενική
      δοτική
    αιτιατική
     κλητική !
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ τρεῖς αἱ τρεῖς τὰ τρῐ́
      γενική τῶν τρῐῶν τῶν τρῐῶν τῶν τρῐῶν
      δοτική τοῖς τρῐσῐ́(ν) ταῖς τρῐσῐ́(ν) τοῖς τρῐσῐ́(ν)
    αιτιατική τοὺς τρεῖς τὰς τρεῖς τὰ τρῐ́
     κλητική ! - - -
Αριθμητικό επίθετο χωρίς ενικό.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Αριθμητικά

Απόγονοι

[επεξεργασία]

τρεῖς (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: τρεῖς
νέα ελληνικά: τρεῖς, τρεις

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τρεῖς σελ. 1502 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.