τριαμίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τριαμίνη τριαμίνες
γενική τριαμίνης τριαμινών
αιτιατική τριαμίνη τριαμίνες
κλητική τριαμίνη τριαμίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριαμίνη < τρι- + αμίνη (αντιδάνειο) αγγλική triamine

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τριαμίνη θηλυκό

  1. (χημεία): οποιαδήποτε χημική ένωση στο μόριο της οποίας υφίστανται τρεις αμινομάδες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]