τριβέας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τριβέας τριβείς
γενική τριβέα
& τριβέως
τριβέων
αιτιατική τριβέα τριβείς
κλητική τριβέα τριβείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριβέας < μεταγενέστερη ελληνική τρίβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τριβέας αρσενικό, (καθαρεύουσα) τριβεύς

  1. αυτός που τρίβει επιφάνειες
  2. (μηχανολογία): εξάρτημα μηχανών στο οποίο στηρίζεται και περιστρέφεται άξονας, κοινώς λεγόμενο κουζινέτο
  3. (τεχνολογία): ηλεκτρικός σπαστήρας μικρών αντικειμένων.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]