τριβή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τριβή οι τριβές
      γενική της τριβής των τριβών
    αιτιατική την τριβή τις τριβές
     κλητική τριβή τριβές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριβή < αρχαία ελληνική τριβή < τρίβω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τριβή θηλυκό

  1. (φυσική), (μηχανολογία): η αντίσταση στη κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια, ή μέσα σ΄ ένα ρευστό μέσον(*)
  2. η φθορά που παρατηρείται από την παραπάνω αντίσταση
  3. (μεταφορικά): η απόκτηση εμπειρίας πάνω σε ένα θέμα ή δραστηριότητα

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η τριβή ως δύναμη έχει αντίθετη φορά της κίνησης και συμβολίζεται με το γράμμα Τ, διακρίνεται δε σε στατική, ολίσθησης και κύλισης.
  • βασικότερο στοιχείο της τριβής είναι ο συντελεστής τριβής

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]