τριβή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τριβή τριβές
γενική τριβής τριβών
αιτιατική τριβή τριβές
κλητική τριβή τριβές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριβή < αρχαία ελληνική τριβή < τρίβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τριβή θηλυκό

  1. (φυσική), (μηχανολογία): η αντίσταση στη κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια, ή μέσα σ΄ ένα ρευστό μέσον(*)
  2. η φθορά που παρατηρείται από την παραπάνω αντίσταση
  3. (μεταφορικά): η απόκτηση εμπειρίας πάνω σε ένα θέμα ή δραστηριότητα

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η τριβή ως δύναμη έχει αντίθετη φορά της κίνησης και συμβολίζεται με το γράμμα Τ, διακρίνεται δε σε στατική, ολίσθησης και κύλισης.
  • βασικότερο στοιχείο της τριβής είναι ο συντελεστής τριβής

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]