Μετάβαση στο περιεχόμενο

τριβόμενο σύμφωνο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τριβόμενο σύμφωνο τα τριβόμενα σύμφωνα
      γενική του τριβομένου συμφώνου
τριβόμενου συμφώνου
των τριβομένων συμφώνων
τριβόμενων συμφώνων
    αιτιατική το τριβόμενο σύμφωνο τα τριβόμενα σύμφωνα
     κλητική τριβόμενο σύμφωνο τριβόμενα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τριβόμενο σύμφωνο <  δείτε τις λέξεις τριβόμενος και σύμφωνο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /triˈvo.me.no ˈsiɱ.fo.no/

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

τριβόμενο σύμφωνο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]