τριβόμενο σύμφωνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | τριβόμενο σύμφωνο | τα | τριβόμενα σύμφωνα |
| γενική | του | τριβομένου συμφώνου τριβόμενου συμφώνου |
των | τριβομένων συμφώνων τριβόμενων συμφώνων |
| αιτιατική | το | τριβόμενο σύμφωνο | τα | τριβόμενα σύμφωνα |
| κλητική | τριβόμενο σύμφωνο | τριβόμενα σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τριβόμενο σύμφωνο < → δείτε τις λέξεις τριβόμενος και σύμφωνο
Προφορά
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]τριβόμενο σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητική) σύμφωνο που ταξινομείται ως τριβόμενο με βάση τον τρόπο άρθρωσής του, με ακουστή τριβή (πιο συγκεκριμένα με μερικό κλείσιμο των αρθρωτών που επιτρέπει την ροή του αέρα)
Τα τριβόμενα σύμφωνα της νέας ελληνικής γλώσσας είναι τα [v γ ð θ x s z].
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία] Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τριβόμενο σύμφωνο
Πηγές
[επεξεργασία]- τριβόμενο σύμφωνο - Λεξικό γλωσσολογικών όρων - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2006‑08)