τρικινητήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρικινητήριος < τρι- + κινητήρας

Επίθετο[επεξεργασία]

τρικινητήριος, -α, -ο

  1. (μηχανολογία): αυτός που φέρει ή λειτουργεί με τρεις κινητήρες
    τρικινητήριο αεροσκάφος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]