τριπάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριπάκι < αγγλικά: trip «μαστούρα, μαστούρωμα, ψυχεδελική εμπειρία, φαρμακευτική παραίσθηση, τριπ» + -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τριπάκι ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]