Μετάβαση στο περιεχόμενο

τριπλασιάσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τριπλασιάσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τριπλασιάζω
  2. θα τριπλασιάσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τριπλασιάζω