τρισκατάρατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρισκατάρατος < τρι(ς) + κατάρα

Επίθετο[επεξεργασία]

τρισκατάρατος, -η, -ο

  1. που είναι πάρα πολύ μισητός, πολύ καταραμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρισκατάρατος αρσενικό

  1. ο διάβολος